Η Σταύρη Ντουμάζιου είναι δημιουργός με ενδιαφέρον για τις σύνθετες ανθρώπινες σχέσεις και τις σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ψυχολογίας. Με το βραβευμένο ψυχολογικό δράμα μυστηρίου «ΜΑΡΓΚΙ – Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΤΟΥΛΙΠΕΣ», υπογράφει το κείμενο και τη σκηνοθεσία μιας θεατρικής ιστορίας που ξεκινά από ένα αίνιγμα και εξελίσσεται σε μια βαθύτερη αναζήτηση γύρω από την εξουσία, τη χειραγώγηση, την αγάπη και τις αόρατες κληρονομιές που περνούν από γενιά σε γενιά.
Με τη Νεκτάρια Παναγιωτοπούλου επί σκηνής, το έργο παρουσιάζεται στο Θέατρο Αλκμήνη, προσκαλώντας το κοινό να αναρωτηθεί πόσο καλά γνωρίζουμε τελικά τους ανθρώπους που αγαπάμε, αλλά και σε ποιον βαθμό οι ιστορίες του παρελθόντος επηρεάζουν τις επιλογές του παρόντος.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Σταύρη Ντουμάζιου μιλά στον Χρήστο Αρφάνη και το ENTERTAINMENT NEWS GREECE για τη δημιουργική της διαδρομή, τη σχέση της με τη θεατρική γραφή και τις ιδέες πίσω από ένα έργο που εξερευνά τα όρια ανάμεσα στην προσωπική ελευθερία και στις ιστορίες που κληρονομούμε.
Ποια ήταν τα σημαντικότερα ερεθίσματα που διαμόρφωσαν τη δημιουργική σας ταυτότητα και πώς έχει εξελιχθεί η σχέση σας με τη θεατρική γραφή και τη σκηνοθεσία μέσα στα χρόνια;
Η ανάγκη να γράφω ξεκίνησε από μια βαθιά δυσπιστία απέναντι στην ιδέα ότι τα πράγματα είναι όπως φαίνονται. Γιατί συνήθως δεν είναι. Κι όταν είναι, ομολογώ πως απογοητεύομαι λίγο.(γέλιο)
Τα σημαντικά ερεθίσματα είναι πολλά. Κάποια κάνανε και αθόρυβα τη δουλειά τους κι ούτε που πρόλαβα να τα καταλάβω. Θα σας πω όμως το πρώτο. Την απαλότητα και τη χάρη του χεριού της πρώτης μου δασκάλας στο πιάνο όταν άγγιζε τα πλήκτρα δεν την ξαναβρήκα ποτέ σε άνθρωπο. Μία κίνηση σκέτη έμπνευση, μπορούσες να γράψεις ολόκληρο μυθιστόρημα για αυτήν. Τώρα, αν ήταν το δικό της χέρι το αέρινο ή ήταν το πιάνο πρόσφορο έδαφος για τέτοιου είδους παρατηρητικότητα ή τα δικά μου μάτια είχαν την τάση να ακολουθούν την πορεία μίας αέρινης κίνησης, που μπορεί να μην υπήρξε και ποτέ στην πραγματικότητα τόσο αέρινη, ποιος να ξέρει…Πάντως, αυτό το κοίταγμα το θυμάμαι μισό αιώνα μετά ,που σημαίνει πως έχω εξαιρετική μνήμη για εντελώς άχρηστα πράγματα. (γέλιο)
Νομίζω κάθε δημιουργική έκφραση ξεκινά από κάποιον που κοιτάζει λίγο περισσότερο κάτι ή κάποιον και δεν το ξεχνά.
Όσο για τη δημιουργική μου ταυτότητα, δεν αισθάνομαι ότι δικαιούμαι τον τίτλο του σκηνοθέτη ή του θεατρικού συγγραφέα, πόσο δε μάλλον να αρχίσω να του αποδίδω και χαρακτηριστικά. Θα ήταν σαν να μου ζητούσατε να περιγράψω τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου που μόλις γνώρισα και τυχαίνει να είμαι εγώ.(γέλιο)Αυτή είναι η πρώτη μου σκηνοθετική απόπειρα και στερείται σοβαρότητας από την πλευρά μου να μιλάω και για εξέλιξη. Αυτό όμως που μπορώ, είναι να σκιαγραφήσω την πρόθεσή μου : οι ήρωες μου να μην έχουν μόνο δίκιο. Είναι, άλλωστε, τόσοι πολλοί και αφόρητοι αυτοί που έχουν μόνο δίκιο στην πραγματική μας ζωή. Γιατί να τους υποστούμε και στο θέατρο;
Τι αναζητάτε ως δημιουργός όταν καταπιάνεστε με τις ανθρώπινες σχέσεις και τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ψυχολογίας; Πόσο σημαντικό είναι για εσάς ένα έργο να αφήνει ερωτήματα στο κοινό αντί να προσφέρει εύκολες απαντήσεις;
Μάλλον αναζητώ την ίδια την αντίφαση. Την περιεργάζομαι προσπαθώντας να καταλάβω από πού ξεκινά και , αν μπορώ , και τον μηχανισμό της. Έχω μια αδυναμία στις αντιφάσεις.
Όχι για να βρω άλλοθι στις σκοτεινές μας πλευρές και τα λάθη μας, αλλά ίσως για να τους εξασφαλίσω λίγη συγχώρεση. Ως δημιουργός αυτού του θεατρικού έργου, προσπάθησα να καταλάβω τον μηχανισμό της αντίφασης, το γιατί ένας άνθρωπος όπως η Μάργκι μπορεί να αναζητά την ελευθερία του, αλλά να υπερασπίζεται τη φυλακή του. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα.
Αυτό που ξέρω όμως είναι πως η κατανόηση της αντίφασης δε μου αρκεί. Δεν επιδιώκω να δώσω στη Μάργκι ένα άλλοθι ψυχαναλυτικό ,ώστε να δικαιολογήσω την παραμονή της στη βία κι αυτό να εξαντληθεί εκεί. Αρνούμαι να μετατρέψω την κατανόηση σε δικαιολογία και σε απαλλαγή της από την ευθύνη. Δεν είναι η «καημένη Μάργκι» που υποφέρει και δε μπορεί να κάνει αλλιώς. Έχει και το δικαίωμα και την υποχρέωση μίας απόφασης.
Άρα ,αν σας με έλεγα με δυο λέξεις τι αναζητώ στις ανθρώπινες σχέσεις ως δημιουργός, θα σας έλεγα πρώτα μια τρυφερή ματιά κατανόησης και ύστερα μια αυστηρή ματιά για την ευθύνη που φέρουμε και είναι στο τέλος καταδική μας.
Στο δεύτερο ερώτημα σας, αν είναι σημαντικό το θέατρο να δημιουργεί ερωτήματα, θα σας έλεγα : Μόνο! Από απαντήσεις έχουμε χορτάσει. Στην πολιτική, στην εργασία, στην οικογένεια. Δεν βλέπω γιατί να προστεθούν και οι καλλιτέχνες σε αυτό το επιτελείο.
Αλλάζουμε σπίτι, σύντροφο, επάγγελμα, ακόμη και πρόσωπο. Γνώμη αλλάζουμε πολύ δυσκολότερα .Ναι, το θέατρο και κάθε τέχνη να μας χαλάει λίγο την ησυχία μας πού και πού και να μας καταργεί και καμιά απάντηση.
Διαφορετικά, γιατί να ταλαιπωρούμαστε να πάμε στο θέατρο; Για να επιβεβαιώσουμε όσα ήδη πιστεύουμε; Ή να ψάχνουμε μία ώρα για parking επί ματαίω ;(γέλιο)
Πώς αντιλαμβάνεστε τη θέση του σύγχρονου θεάτρου στην εποχή μας; Ποιες θεματικές θεωρείτε ότι αξίζει να αναδεικνύονται περισσότερο μέσα από τη σκηνική τέχνη σήμερα;
Το θέατρο για μένα έχει θέση σε κάθε εποχή. Πας να παρακολουθήσεις τη ζωή κάποιων άλλων και στο τέλος βρίσκεσαι αντιμέτωπος με τη δική σου. Αυτό μόνο καλό μπορεί να είναι.
Δεν ξέρω αν μπορώ να σας πω ποιες θεματικές οφείλει να αναδεικνύει το σύγχρονο θέατρο, γιατί ο άνθρωπος, όσο κι αλλάζει η εποχή, βλέπω πως εξακολουθεί να συγχέει την αγάπη.
Γι’ αυτό , η αγάπη είναι για μένα η ανεξάντλητη, πάντα επίκαιρη θεματική. Στο όνομα της ερωτικής αγάπης έχουν γίνει εγκλήματα. Στο όνομα της αγάπης προς τον Θεό έχουν γίνει πόλεμοι. Στο όνομα της γονικής αγάπης προκαλούνται στα παιδιά οι βαθύτερες πληγές. Και το πιο τρομακτικό; Όλοι αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να πίστευαν ειλικρινά πως αγαπούσαν.
Η αγάπη είναι ,στα δικά μου μάτια, η μεγάλη θεματική. Όχι επειδή είναι όμορφη, αγνή και σώζει τον κόσμο …αλλά επειδή είναι ίσως το πιο παρεξηγημένο συναίσθημα στην ιστορία του ανθρώπου και συχνά το πλέον σκοτεινό. Χωράει σχεδόν τα πάντα, από την πιο γενναιόδωρη πράξη μέχρι την πιο βάρβαρη συμπεριφορά.
Οπότε ,ας ξεκινήσουμε από το αλφαβητάρι της και μετά ξέρετε πόσες θεματικές δε θα υπάρχει λόγος να αναδειχθούν; Δεν είμαι αισιόδοξη, εντούτοις. Το θέατρο ,όμως, οφείλει να επιμένει αισιόδοξα, πως κάτι μπορεί να γίνει.
Με αφορμή το «ΜΑΡΓΚΙ – Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΤΟΥΛΙΠΕΣ», ένα ψυχολογικό δράμα μυστηρίου που διερευνά τη χειραγώγηση, τις σχέσεις εξουσίας και τις κληρονομημένες συμπεριφορές, πώς γεννήθηκε η ιδέα του έργου και ποιο ήταν το βασικό ερώτημα που θέλατε να θέσετε μέσα από την ιστορία της Μάργκι;
Το έργο γεννήθηκε όπως νομίζω ότι γεννιούνται σχεδόν όλα όσα γράφω. Μόνο του. Ή αν θέλω να είμαι πιο έντιμη, δεν πολυψάχνω το πώς. Δεν προλαβαίνω κιόλας, μη νομίζετε. Εισβάλλει με το έτσι θέλω.(γέλιο)
Το ενδιαφέρον είναι ότι το βασικό ερώτημα του έργου δεν υπήρχε εξαρχής στο μυαλό μου. Για την ακρίβεια, δεν υπήρχε καθόλου. Προέκυψε κάπου στα μισά της ιστορίας , καθώς έγραφα.
Ξέρετε, οι ιστορίες από μόνες τους δεν με συγκινούσαν και ποτέ. Ξεχνάω εύκολα που πήγε ποιος, τι έκανε, πως τον έλεγαν, ποια η ανατροπή κ.λπ. Εμένα με αφορά μόνο ένα «γιατί» και ένα «και τώρα τι κάνουμε;» Με βασανίζει η σκέψη ότι, ακόμη κι όταν δεν ευθυνόμαστε για όσα μας συνέβησαν, κάποια στιγμή καλούμαστε να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με αυτά. Δε θα σας πω αυτό το χαριτωμένο ,πως αρκεί να το αποφασίσεις για να αλλάξεις τη ζωή σου. Δεν είναι τόσο απλό. Θέλει συνειδητότητα πρώτα.
Υπάρχουν άνθρωποι που κουβαλούν τραύματα τα οποία δεν επέλεξαν και συνέπειες που δεν τους αναλογούν. Και το πιο εξοργιστικό είναι ότι μπορεί να μη φταίνε σε τίποτα για όσα τους κληροδοτήθηκαν, αλλά να είναι οι μόνοι που μπορούν να κάνουν κάτι γι’ αυτά.
Έτσι, το βασικό ερώτημα του έργου γίνεται τελικά πολύ μεγαλύτερο από την ιστορία της Μάργκι : Μπορούμε να αλλάξουμε την ιστορία;
Στο έργο, η επιστροφή της Μάργκι στο παρελθόν γίνεται αφορμή να αναζητήσει το σημείο όπου η ζωή που ονειρεύτηκε άρχισε να αλλάζει. Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι μπορούν πραγματικά να διακόψουν τους κύκλους που κληρονομούν από προηγούμενες γενιές; Και τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση;
Φοβάμαι πως αυτό είναι ένα μυστήριο πολύ μεγαλύτερο από την υπόθεση της Μάργκι. Είναι η υπόθεση όλων μας. Δεν ξεμπερδεύεις τόσο εύκολα και μονολεκτικά με ένα αισιόδοξο «μπορούν» ή ένα απαισιόδοξο «δεν».
Ίσως μπορούν. Αρκεί να αντιληφθούν πρώτα ότι βρίσκονται μέσα σε έναν κύκλο. Όχι, να κάνουν κύκλους και να έχουν και την εντύπωση ότι προχωρούν ευθεία. Αυτό διεκδικεί και η Μάργκι, το δικαίωμα να αποφασίσει τι θα συμβεί από εδώ και πέρα. Να ξεχωρίσει μέσα της τι της ανήκει, τι της παραδόθηκε ως υποχρέωση και ποια ευθύνη έχει η ίδια.
Τώρα, τι θα ήθελα εγώ να πάρει ο θεατής φεύγοντας; Ο καθένας θα πάρει αυτό που χρειάζεται. Ούτε καν αυτό που θέλει. Εγώ δίνω με το έργο μου αυτό που νιώθω. Όσο βρίσκεται στην αίθουσα ο θεατής, μπορώ να του πω τα πάντα. Από τη στιγμή όμως που θα βγει από το θέατρο, οι δικές μου επιθυμίες για αυτόν να μείνουν δικές μου. Δε δικαιούμαι τίποτα.
Αν το έργο μου έχει πράγματι κάτι να πει, θα το φροντίσει αυτό. Ή ακόμα χειρότερα, ας είναι άξιο να το πετύχει μοναχό του. (γέλιο)Δε θα το υποβοηθήσω με τα ευχολόγια μου και ούτε θα το σώσουν οι καλές μου προθέσεις.
Άλλωστε, θα ήταν κάπως οξύμωρο να γράφω ένα έργο για τη χειραγώγηση και, στο τέλος, να επιχειρώ να χειραγωγήσω τον θεατή ως προς το τι πρέπει να αισθανθεί και να πάρει και μαζί του.
Σας ευχαριστώ ειλικρινά για την όμορφη συνέντευξη και τη φιλοξενία σας!