Η αφηγήτρια Σάσα Βούλγαρη μάς προσκαλεί σε ένα ξεχωριστό ταξίδι στον κόσμο του Ομήρου, μέσα από την «Οδύσσεια – Ραψωδία λ΄, Νέκυια», μια αφήγηση χωρίς σκηνικά και μουσική, όπου πρωταγωνιστούν η φωνή, ο λόγος και η δύναμη της ανθρώπινης φαντασίας. Για δύο μόνο συναντήσεις, το Σάββατο 24 και το Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026, στις 18:30, η Σάσα Βούλγαρη θα παρουσιάσει την αφήγησή της στο Ίδρυμα Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού, στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Αμαλίας 4, στην Αθήνα. Με αφορμή αυτή την ιδιαίτερη συνάντηση με ένα από τα πιο σκοτεινά και βαθιά ανθρώπινα μέρη της Οδύσσειας, μιλάμε μαζί της για τη Νέκυια, τη διαχρονικότητα του ομηρικού λόγου και τη μαγεία της προφορικής αφήγησης.

1. Η Νέκυια είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες και σκοτεινές ραψωδίες της Οδύσσειας, καθώς ο Οδυσσέας έρχεται αντιμέτωπος με τον κόσμο των νεκρών και με βαθύτερες αλήθειες για τον εαυτό του. Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να επιλέξετε τη συγκεκριμένη ραψωδία και ποια μηνύματα πιστεύετε ότι έχει να προσφέρει στον σημερινό άνθρωπο;
Επέλεξα την Νέκυια σε ένα στάδιο ωριμότητας προσωπικής και επαγγελματικής που να μπορεί να με βοηθήσει να προσεγγίσω το κείμενο νοητικά, πνευματικά, αισθητικά, σωματικά και φωνητικά. Η αφηγηματική ανάγνωση ενός τόσο μεγάλου λογοτεχνικού έργου προϋποθέτει ψυχοσωματική εγρήγορση και συγκέντρωση ώστε να λειτουργήσει το ίδιο το κείμενο μέσα από το σώμα και τη φωνή μου. Οπωσδήποτε ένα τέτοιο έργο επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες, αλλά μιλώντας προσωπικά, η Νέκυια είναι ένα κατώφλι ωρίμανσης σε ένα πολύ σοβαρό μεταίχμιο της ζωής του ήρωα και κατά επέκταση του ακροατή σε όποιο βαθμό και αν ταυτίζεται. Είναι ένα στάδιο μετάβασης, μια διαβατήρια τελετή (κατά τον όρο του Van Gennep) όπου ο ήρωας αντιμετωπίζει τον εαυτό του. Η έννοια της ταυτότητας είναι κάτι που πάντα με ταλάνιζε. Σε αυτό το σημείο του έπους βλέπουμε έναν ήρωα που αναμετράται με τον ίδιο του τον εαυτό. Αντιμετωπίζει την νεκρή του μάνα, την πορεία του, υπολογίζει τι και ποιος του απέμεινε, τα λάθη του, βλέπει νεκρούς συντρόφους του… Αναρωτιέται τι θα βρει γυρνώντας… Αυτά είναι θέματα που βαραίνουν καθώς μεγαλώνουμε και κάνουμε αναπόφευκτους απολογισμούς και αξιολογήσεις της ζωής μας. Με γοητεύει, επίσης, μέσα στο κείμενο η παράθεση γενεαλογιών γυναικών και ανδρών – ένας φόρος τιμής σε κάποιους ή η κατάδειξη αστοχιών και εγκλημάτων που δεν έχουν θέση μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία. Η Νέκυια είναι για μένα περισσότερο ένας αναστοχασμός ζωής παρά μια τρομακτική εικόνα θανάτου.
2. Στην παράστασή σας, η φωνή γίνεται το βασικό εκφραστικό εργαλείο, χωρίς μουσική ή σκηνικά μέσα. Πόσο απαιτητικό είναι να κρατήσετε ζωντανό το ενδιαφέρον του κοινού μόνο με τη δύναμη του λόγου και της φωνής;
Αυτό υπήρξε το στοίχημα στο επ-άγγελμά μου (η παύλα συνειδητά). Συνηθίζω να λέω ότι «ο αφηγητής είναι γυμνός» αναφερόμενη ακριβώς στην δύναμη που μπορεί να έχει η ανθρώπινη φωνή και το σώμα ως μουσικό όργανο, ως ένα πανίσχυρο ηχείο που αντηχεί με «λόγο ηδυσμένω». Στην ουσία, αυτό που πάντα θέλω να επιτελέσω είναι μια βαθειά επι-κοινωνία (και πάλι η παύλα συνειδητά) με το ακροατήριο μου. Πρόκειται για μια εμμονική μου επιθυμία από την αρχή της πορείας μου που όμως ακολουθεί μια μακριά παράδοση αιώνων καθώς οι ικανοί αφηγητές δημιουργούσαν πάντα ολόκληρους κόσμους μόνο με το λόγο. Ναι. Είναι απαιτητικό. Μέσα στην λιτότητα και την απλότητά του απαιτεί ιδιαίτερα εξελιγμένες τεχνικές αφήγησης. Αλλά όταν πετυχαίνει είναι μαγικό, βαθειά συναισθητικό και προσφέρει την θαλπωρή μιας ζεστής κοινωνικότητας. Στις πιο δυνατές στιγμές μια αφήγηση γίνεται Μυσταγωγία, μία πύλη που οδηγεί σε έντονη ψυχοσωματική ευχαρίστηση όπου ο αφηγητής και το κοινό του χάνουν την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Όσον αφορά το θέμα του χώρου, το θεωρώ πολύ σημαντικό και υπήρξα πάντα ιδιαίτερα επιλεκτική. Η Οικία Κατακουζηνού είναι ένα κόσμημα, ένα σπίτι-μουσείο απερίγραπτης ομορφιάς, χάρη στην εξαιρετική επιμέλεια της Σοφίας Ε. Πελοποννησίου-Βασιλάκου, και προσφέρει με την ζεστή του φιλοξενία ιδανική συνθήκη.
3. Στην εποχή της εικόνας και της ψηφιακής ταχύτητας, επιστρέφετε στην αρχαία τέχνη των αοιδών και των ραψωδών. Πώς μπορεί η προφορική αφήγηση να μας φέρει πιο κοντά στον ομηρικό κόσμο και να μας κάνει να ακούσουμε το αρχαίο κείμενο με έναν διαφορετικό τρόπο;
Αφηγούμαι Οδύσσεια από το 2008 με διαφορετικές ευκαιρίες και σε διαφορετικά πλαίσια. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της προσπάθειας απευθύνεται σε εφήβους, σε προγράμματα που κάνω για Γυμνάσια (η Οδύσσεια διδάσκεται στην Α΄ Γυμνασίου). Το αναφέρω εδώ, γιατί θα περίμενε ίσως κάποιος ότι τα σημερινά παιδιά, γαλουχημένα στην εικόνα, δεν θα έβρισκαν κανένα ενδιαφέρον στην λιτότητα μιας αφήγησης. Κι όμως! Οι έφηβοι, που σε αυτήν την ηλικία είναι σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο στάδιο μετάβασης (το υπογραμμίζω και ως Ψυχοπαιδαγωγός) μαγεύονται! Όλα αυτά τα χρόνια που αφηγούμαι, βλέπω μια δίψα… Οι άνθρωποι λαχταράμε την απλότητα της συντροφικότητας μέσα από μια διαδικασία πανάρχαια. Τα αρχαία έπη φτιάχτηκαν για να ακούγονται και η μουσικότητα, η ρυθμική μελωδικότητα, οι βαθιές έννοιες και οι περιπέτειες ζωής που ξεδιπλώνονται στην ιστόρηση μας αφορούν όλους. Η βαθιά κατά-νόηση εκκινεί από την δυνατότητά μας να ακούμε σωστά. Είναι μια πολύτιμη εμπειρία να μένουμε στο ίδιο το κείμενο και στην δύναμή του ακούγοντάς το και οι άνθρωποι όταν το ζουν το απολαμβάνουν!
4. Η Νέκυια είναι, μεταξύ άλλων, ένα ταξίδι αυτογνωσίας, μνήμης και αναμέτρησης με όσα μας καθορίζουν. Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από αυτή την αφηγηματική εμπειρία και τι σημαίνει για εσάς προσωπικά η συνάντηση με τον Όμηρο μέσα από τη δική σας φωνή;
Σε κάθε αφηγηματικό ταξίδι που αποπειρώμαι αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο πρώτα στη χαρά της συνύπαρξης. Αφηγητής χωρίς ακροατήριο δεν υπάρχει! Κάθε φορά με νοιάζει να βιώνουμε όλοι στιγμές ηρεμίας και γαλήνης – ένα Δώρο Αγάπης που να μας δώσει φεύγοντας δύναμη για τα επόμενα. Πιστεύω πολύ στην Κάθαρση με την αρχαιοελληνική έννοια, γι΄ αυτό και έχω σταματήσει να βλέπω θεατρικές παραστάσεις που καταγγέλλουν ή προσφέρουν θέαμα βίας και πόνου που δεν φροντίζουν στο τέλος την ανακούφιση του θεατή ώστε να αφομοιώσει όσα βίωσε με τρόπο λειτουργικό για τη ζωή του, χωρίς να τραυματίζεται. Τα δύσκολα, τρομακτικά και επώδυνα θέματα χρειάζεται βέβαια να λέγονται αλλά μετά έχουμε να επιστρέψουμε και σε μια κανονική ζωή. Κάθε ακροατής της Νέκυιας θα συγκινηθεί με έναν προσωπικό τρόπο. Αυτή είναι και η δύναμη της αφήγησης: όλοι μαζί κι ο καθένας ξεχωριστά! Όπως μου είπε κάποτε μία ακροατής: «ένιωσα σαν να έλεγες την ιστορία μόνον σ΄ εμένα!»
Ο Όμηρος θα είναι για μένα πάντα ένα αφηγηματικό στοίχημα ζωής χωρίς τέλος… Ένα διαρκές work in progress… Έτσι είναι άλλωστε όλα τα σπουδαία κείμενα και για αυτό τα αγαπάμε τόσο! Επιστρέφουμε σε αυτά ξανά και ξανά με νέα ματιά και κάθε φορά μας δείχνουν και διαφορετικούς δρόμους καθώς ξεδιπλώνεται το ίδιο το ταξίδι και της δικής μας της ζωής. Ε… και σαν Ελληνίδα αφηγήτρια νιώθω πάντα ένα δέος και μια περηφάνεια. Ευγνώμων!