«Η Ανάστασις»
του Λέοντος Τολστόι
ΘΕΑΤΡΟ NOŪS
Γράφει η Παρδαλίδου Αγγελική*
Πηγή/Αρχική δημοσίευση: https://www.pardalidou.com/h-anastasis-pardalidou-entyposeiw/
Ανοίγουν οι πόρτες…
Ανεβαίνουμε τα σκαλιά…
Ακούμε ήδη μια μουσική δυνατά που παραπέμπει σε κλαμπ αλλά… κάτι έχει… μια ρωγμή… ένα παράπονο…
Με το που στρίβεις την βλέπεις… Μια γυναίκα σε κοιτά στα μάτια… χορεύει αισθησιακά και σε κοιτά… Δεν κοιτάει γενικά, κοιτάει εσένα… τι συμβαίνει μέσα σου όταν κάποιος σε κοιτά κατάματα… εκείνη χαμογελά αλλά είναι όντως έτσι;
Συνειδητοποιείς ότι είναι 3 γυναίκες που χορεύουν με αυτήν τη μουσική που σου τρυπά την ψυχή. 3 γυναίκες σε 3 βάθρα, σαν ζωντανά αγάλματα αφιερωμένα στην Αφροδίτη. Και πίσω κάγκελα… Πόση αμφισημία σε μια τόσο απλή εικόνα;
Το θέατρο και η αισθητική μου θυμίζουν παλιό κινηματοθέατρο στο Βερολίνο που έχει γίνει ένας ιδιόμορφος χώρος. Φέρει κάτι παλαιό και κάτι σύγχρονο ταυτόχρονα. Χαίρομαι τόσο πολύ που έχει κρατηθεί η αισθητική του χώρου.
Ο κόσμος βρίσκει τις θέσεις του και οι κοπέλες είναι πάνω στη σκηνή. Σε αυτήν την παράσταση λοιπόν όντως λειτουργεί αυτή επιλογή. Και σου θυμίζει και strip club . Γιατί και εκεί οι θαμώνες κάθονται, μιλούν, πίνουν το ποτό τους και πάνω στη σκηνή οι performers κάνουν την δουλειά τους… Ήδη αρχίζεις να έχεις μια έντονη εμπειρία από την ενδόμυχη αυτή αναγωγή.
Δυνατή έναρξη. Ισότιμη με τη δυνατή ιστορία που θα ακολουθήσει. Γιατί η παράσταση έχει πολύ γερά θεμέλια. Έχει έναν Τολστόι.
Χαμηλώνουν φώτα πλατείας . Μικρόφωνο στα αριστερά. Βγαίνει ο ηθοποιός. Ακούγονται πληροφορίες που σε παγώνουν για τον αθέατο κόσμο των σεξεργατριών. Νιώθεις δυσάρεστα. Δε θέλεις να σου λένε την αλήθεια ωμά, αλλά εκείνη είναι εκεί μπροστά σου, στα κορίτσια που ακόμα χορεύουν στη σκηνή. Μια αλήθεια για σήμερα, για το παρελθόν ή μια αλήθεια για αυτόν τον σκοτεινό κόσμο διαχρoνική;
Και έτσι εισάγεται και το στοιχείο του μικροφώνου που είναι το μέσο που συνδέει τον κόσμο του βιβλίου με το σήμερα. Σαν μια υπενθύμιση μέσα σε όλη την παράσταση: «μην παραμυθιάζεστε ότι αυτά που βλέπετε αφορούν μόνο το τότε…»
Και ξεκινά η δίκη. Ένας πλούσιος έχει βρεθεί νεκρός. Κατηγορούμενοι η πόρνη που τον συνάντησε εκείνο το βράδυ και 2 εργαζόμενοι στο ξενοδοχείο. Το κοινό νιώθει σαν να είναι το κοινό που όντως παρακολουθεί τη δίκη. Μάλιστα στην ετυμηγορία οι ένορκοι κατεβαίνουν στην πλατεία, σαν να συναποφασίζουμε όλοι μαζί.
Το εύρημα με τις κάμερες παρουσιάζει περίτρανα το πόσο διαφορετική «οπτική» μπορούν να έχουν τα πράγματα. Υπάρχουν δυο κάμερες επί σκηνής σε διαφορετική γωνία λήψης η καθεμία. Αντιλαμβάνεσαι λοιπόν ότι όλοι όσοι συμμετέχουμε στο δικαστήριο «βλέπουμε» τελείως διαφορετικά πράματα. Μάλιστα τα πλάνα των καμερών, που βλέπεις δεξιά και αριστερά της σκηνής, δεν είναι περίτεχνα. Είναι ερασιτεχνικά και κακοφωτισμένα. Και εδώ τίθεται ακόμα ένα ερώτημα. Αν μέσα στη διαφορετική οπτική σου βάλεις και όλα τα προσωπικά σου φίλτρα (φακούς) τελικά αυτό που βλέπεις είναι το αληθινό;
Στους ενόρκους για τη δίκη βρίσκεται ο πρίγκιπας Νέχλιουντοφ, ο οποίος αναγνωρίζει την κατηγορούμενη, Κατιούσα Μασλόβα. Είναι η κοπέλα που είχε ερωτευτεί νέος, υπηρέτρια στο πατρικό του. Οι στιγμές του παρελθόντος ζωντανεύουν μπροστά μας. Τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα δύο νέων ανθρώπων… Καθώς προχωρά η δίκη και τα flashback καταλαβαίνουμε ότι οι ερωτευμένοι αφέθηκαν στο συναίσθημά τους και έκαναν έρωτα. Και αμέσως μετά αρχίζει το σκοτάδι. Τα μεγαλύτερα σκοτάδια έρχονται μετά από μαγικό φως…
Οι αναμνήσεις, το παρελθόν που ζωντανεύει μπροστά του με τη μορφή της Κατιούσα, οι τύψεις και η απόφαση να γίνει ένας καλύτερος άνθρωπος βάζουν τον πρίγκηπα σε μια νέα κατάσταση ζωής. Αποφασίζει να αθωώσει την Κατιούσα που καταδικάστηκε αδίκως και να επανορθώσει εν γένει για το παρελθόν που τον στοιχειώνει. Ωστόσο έρχεται αντιμέτωπος διαρκώς με το διεφθαρμένο σύστημα που αφορά τόσο το δικαστικό κομμάτι όσο και το κοινωνικό. Όσο περισσότερο προσπαθεί να βοηθήσει τόσο πιο πολύ βυθίζεται. Τόση αδικία, τόση δυστυχία και ποιον να πρωτοσώσεις;
Δε θα επεκταθώ περαιτέρω στην υπόθεση διότι θα ήθελα διακαώς το έργο να πάρει παράταση και να το απολαύσουν αθώα και άλλοι θεατές.
Η παράσταση είναι εξαιρετικά καλοκουρδισμένη, με γοργό, απολαυστικό ρυθμό. Εκτός από τους 2 βασικούς ρόλους της Κατιούσας και του Πρίγκηπα οι υπόλοιποί ηθοποιοί καλούνται να παίξουν πολλούς και διάφορους χαρακτήρες και σε όλους έχουν καταφέρει να βρουν ιδιαίτερα στοιχεία και χαρακτηριστικά. Απολαμβάνεις ένα κράμα από ρεαλισμό και παραμυθένιες, αμιγώς θεατρικές στιγμές. Το θέμα σε βαραίνει αλλά οι νότες από χιούμορ σε διάφορα σημεία αποσυμφορίζουν επαρκώς.
Η διασκευή ενός μυθιστορήματος είναι μια δύσκολη υπόθεση και εδώ αυτό το στοίχημα το κερδίζουν επάξια. Το σκηνικό όπου τα κάγκελα δεσπόζουν καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης είναι μια τόσο καίρια επιλογή που διαρκώς, ό,τι και αν συμβαίνει στο προσκήνιο σου υπενθυμίζουν την απειλή. Τα φώτα αποτελούν έναν ακόμη ερμηνευτή θα έλεγα. Συμβαδίζουν με τη δραματουργία και έχουν την δική τους έντονη προσωπικότητα σε κάποια σημεία. Απολαυστικά και τα χρώματα. Χρώμα επιτέλους! Τα κοστούμια έχουν και στοιχεία εποχής και σύγχρονα υπενθυμίζοντας διαρκώς τη σύνδεση με το σήμερα.
Η σκηνοθεσία ήταν εξαιρετικά γενναιόδωρη αναδεικνύοντας το ταλέντο των ηθοποιών, το βάθος του κείμενου και τη δημιουργικότητα των λοιπών συντελεστών. Και ένας σκηνοθέτης που δημιουργεί μια ωραία παράσταση χωρίς την ανάγκη να καπελώσει τα πάντα με τη σκηνοθεσία αξίζει συγχαρητήρια.
Θα κλείσω με το στοιχείο που πραγματικά με συγκίνησε βαθιά και μάλιστα μετά την παράσταση αναζήτησα και άμεσα το δημιουργό. Ήταν η μουσική. Κυρίως το κομμάτι της έναρξης που το ακούσαμε και σε άλλα σημεία της εμπειρίας μας. Δημιουργός είναι ο Τάσος Σωτηράκης , συνάδελφος ηθοποιός που δεν ήξερα ότι γράφει και μουσική. Αυτό το κομμάτι πιστεύω ότι έπιασε την πεμπτουσία της αισθητικής της παράστασης. Ένα σύγχρονο κομμάτι με στοιχεία κλασσικά, ένα κομμάτι με το οποίο μπορείς και να χορέψεις και να κλάψεις συνάμα. Ένα μοντέρνο κομμάτι που φέρει ένα παλιό, συλλογικό, μελαγχολικό τραύμα. Αξίζει να σημειώσω ότι όλες αυτές οι προσωπικές εντυπώσεις γράφονται ακούγοντας αυτό το κομμάτι….
Συγχαρητήρια σε όλους.
Συντελεστές
Συγγραφέας: Λέον Τολστόι
Διασκευή: Δάφνη Λιανάκη
Σκηνοθεσία: Βασίλης Τριανταφύλλου
Β. Σκηνοθέτη: Δάφνη Λιανάκη
Κινησιολογία: Φαίδρα Σούτου
Σκηνικά: Νίκος Δεντάκης
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Μουσική: Τάσος Σωτηράκης
Φωτισμοί: Γιώργος Αγιαννίτης
Οργάνωση Παραγωγής: Νίκος Τριανταφύλλου
Βοηθός οργάνωσης παραγωγής: Νικολέτα Παπαδοπούλου
Επικοινωνία: Κατερίνα Γρυλλάκη
Φωτογραφίες/trailer,Graphic designer: Βαγγέλης Ευαγγελίου
Παίζουν αλφαβητικά
Δαβιλάς Αλέξανδρος, Δούβρης Σωτήρης, Ζουρελίδου Ελένη, Ηλιόπουλος Θοδωρής,
Κουτουλάκη Ματουάλι, Μηλιαράκη Ασπασία, Μπάδρας Λυκούργος

*Η Αγγελική Παρδαλίδου είναι ηθοποιός, σκηνοθέτις, σεναριογράφος και παραγωγός με πολυετή και πολυδιάστατη παρουσία στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια Θεατρικών και Κινηματογραφικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Ρεθύμνου, απόφοιτος της Ανώτερης Δραματικής Σχολής «Σύγχρονο Θέατρο Βασίλης Διαμαντόπουλος» και διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός & Μηχανικός Υπολογιστών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει συμμετάσχει σε πλήθος θεατρικών παραστάσεων, κινηματογραφικών ταινιών, τηλεοπτικών σειρών, διαφημίσεων και video art, ερμηνεύοντας πρωταγωνιστικούς και βασικούς ρόλους, ενώ έχει διακριθεί και με υποψηφιότητες για βραβεία ερμηνείας. Στον κινηματογράφο έχει πρωταγωνιστήσει και σκηνοθετήσει βραβευμένες ταινίες μικρού μήκους, ενώ το έργο της Flik Flok και το Μανιφέστο της Κάλτσας έχουν αποσπάσει πολυάριθμα διεθνή βραβεία
Είναι ιδρύτρια της εταιρείας Pardalidou Culture AMKE, μέσω της οποίας δραστηριοποιείται στην παραγωγή κινηματογραφικών και θεατρικών έργων. Το 2024–2025 ολοκλήρωσε την πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους Angel Pardalos, στην οποία συμμετέχει ως σκηνοθέτις και πρωταγωνίστρια. Παράλληλα ασχολείται ενεργά με τη συγγραφή θεατρικών έργων, σεναρίων και λογοτεχνικών κειμένων, πολλά από τα οποία έχουν βραβευθεί ή παρουσιαστεί σε θεατρικούς και πολιτιστικούς φορείς καθώς και με την εκπαίδευση.