ΌΤΑΝ Ο ΦΟΝΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ
Η ηθική του true crime
Γράφει η Άννα Μεντισοπούλου
Ομολογώ ότι έχω πιάσει τον εαυτό μου να πλένει πιάτα ακούγοντας τη λεπτομερή περιγραφή ενός φόνου. Με ένα φλιτζάνι στο ένα χέρι και το σφουγγάρι στο άλλο, να παρακολουθώ πώς ο δράστης κάλυψε τα ίχνη του. Και κάποια στιγμή σταμάτησα και αναρωτήθηκα: πότε ακριβώς ο πόνος ενός ανθρώπου έγινε η συντροφιά μου στις δουλειές του σπιτιού;



Το true crime είναι παντού. Podcasts με εκατομμύρια ακροατές, σειρές που γίνονται παγκόσμιες επιτυχίες μέσα σε λίγες ημέρες, λογαριασμοί που αναλύουν υποθέσεις με την προσήλωση επαγγελματία ντετέκτιβ. Στην Ελλάδα, τα πρωινά μας έχουν γεμίσει με πάνελ που συζητούν εγκλήματα σαν να επρόκειτο για επεισόδια σειράς, με ζωντανές συνδέσεις έξω από το σπίτι του θύματος και με ανθρώπους που καλούνται να πενθήσουν μπροστά στην κάμερα.
Γιατί μας ελκύει τόσο; Οι εξηγήσεις είναι πολλές και καμία δεν είναι από μόνη της ντροπιαστική. Θέλουμε να καταλάβουμε το κακό, να δούμε πώς ένας άνθρωπος γίνεται ικανός για κάτι τόσο ακραίο. Βιώνουμε τον φόβο σε ελεγχόμενη δόση, από την ασφάλεια του καναπέ μας. Σε έναν κόσμο όπου πολλά μοιάζουν ανεξήγητα, η αφήγηση προσφέρει αρχή, μέση και τέλος. Μας δίνει την αίσθηση ότι, αν χαρτογραφήσουμε το σκοτάδι, ίσως μπορέσουμε και να προστατευτούμε από αυτό.
Το είδος έχει κάνει και καλό. Σοβαρές δημοσιογραφικές έρευνες έχουν αποκαλύψει παραλείψεις, έχουν επαναφέρει ξεχασμένες υποθέσεις στη δημόσια συζήτηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουν συμβάλει στο να εξεταστούν ξανά στοιχεία που είχαν αγνοηθεί. Παράλληλα, εγκλήματα που κάποτε κρύβονταν πίσω από κλειστές πόρτες, όπως η ενδοοικογενειακή βία, απέκτησαν όνομα και ορατότητα.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν το ερώτημα «τι συνέβη;» αντικαθίσταται από το «πόσο συναρπαστικά μπορούμε να το αφηγηθούμε;». Όταν ο δράστης γίνεται σκοτεινός αντιήρωας, ενώ το θύμα περιορίζεται σε μια φωτογραφία. Όταν λεπτομέρειες χωρίς καμία ουσιαστική αξία επαναλαμβάνονται επειδή αυξάνουν τη θέαση. Τότε ο ανθρώπινος πόνος παύει να είναι μαρτυρία και γίνεται πρώτη ύλη.
Το 2022, το Netflix κυκλοφόρησε τη σειρά Dahmer: Monster, The Jeffrey Dahmer Story. Η Ρίτα Ίσμπελ, αδελφή του Έρολ Λίντσεϊ, ενός από τα θύματα του Ντάμερ, είδε τη συγκλονιστική κατάθεσή της στη δίκη να αναπαρίσταται σχεδόν κατά λέξη από μια ηθοποιό. Δήλωσε ότι δεν είχε ενημερωθεί για την παραγωγή και ότι η σειρά την ανάγκασε να ξαναζήσει την τραγωδία της οικογένειάς της. Άλλοι συγγενείς μίλησαν επίσης για εκμετάλλευση και αναβίωση του τραύματος.
Ο δημιουργός της σειράς, Ράιαν Μέρφι, δήλωσε αργότερα ότι η παραγωγή είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει με περίπου είκοσι συγγενείς και φίλους των θυμάτων, χωρίς να λάβει απάντηση. Ακόμη κι έτσι, το ηθικό ερώτημα παραμένει. Η νομική δυνατότητα να χρησιμοποιήσεις στοιχεία που βρίσκονται σε δημόσια αρχεία δεν ταυτίζεται με την ευθύνη απέναντι στους ανθρώπους που συνεχίζουν να ζουν με τις συνέπειες.
Η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στις πλατφόρμες. Ανήκει και σε εμάς, όχι επειδή η περιέργειά μας μάς κάνει κακούς ανθρώπους, αλλά επειδή κάθε προβολή δείχνει στη βιομηχανία ποιες ιστορίες θέλουμε να συνεχίσει να παράγει. Η περιέργεια μπορεί να συνυπάρξει με την ενσυναίσθηση. Το ερώτημα δεν είναι αν θα κοιτάξουμε το σκοτάδι, αλλά με ποιο βλέμμα θα το κοιτάξουμε.
Τα όρια γίνονται ακόμη πιο επικίνδυνα όταν μια υπόθεση παραμένει ανοιχτή. Αυτοδιορισμένοι διαδικτυακοί ερευνητές μεγεθύνουν φωτογραφίες, δημοσιεύουν ονόματα και μετατρέπουν ανθρώπους σε υπόπτους χωρίς αποδείξεις. Μια λανθασμένη κατηγορία μπορεί να ταξιδέψει πολύ μακρύτερα από τη διάψευσή της. Και μια οικογένεια που ήδη πενθεί βρίσκεται ξαφνικά υποχρεωμένη να απαντά στις θεωρίες αγνώστων.
Μια υπεύθυνη παραγωγή true crime δεν χρειάζεται να κρύψει τη φρίκη. Οφείλει όμως να ξεχωρίζει το γεγονός από την εικασία, να μη γοητεύεται περισσότερο από τον δράστη απ’ όσο ενδιαφέρεται για τα θύματα, να αποφεύγει τις περιττές λεπτομέρειες και να εξηγεί γιατί αυτή η ιστορία αξίζει να ειπωθεί. Πάνω απ’ όλα, οφείλει να θυμάται ότι οι άνθρωποι που εμφανίζονται στην αφήγηση δεν είναι απλώς πρόσωπα μιας πλοκής.
Δεν λέω να σταματήσουμε τα podcasts ή να κλείσουμε τις σειρές. Ίσως μόνο αξίζει, κάθε φορά που πατάμε το play, να θυμόμαστε ότι στην άλλη άκρη της ιστορίας υπάρχει μια μητέρα, ένας αδελφός, ένα παιδί που δεν επέλεξε να γίνει ήρωας ενός επεισοδίου.
Το true crime μπορεί να μας βοηθήσει να κοιτάξουμε το σκοτάδι. Η ηθική του, όμως, κρίνεται από το αν, κοιτάζοντάς το, θυμόμαστε τους ανθρώπους που το πλήρωσαν. Γιατί το έγκλημα μπορεί να γίνει ιστορία. Ο άνθρωπος, όμως, δεν είναι χαρακτήρας και το πένθος κανενός δεν είναι σκηνικό.

Η Άννα Μεντισοπούλου γεννήθηκε στον Βόλο και είναι συγγραφέας και φιλόλογος, με πανεπιστημιακή πιστοποίηση στη Γαλλική Λογοτεχνία και Φιλολογία από το Πανεπιστήμιο Paris IV – Sorbonne, μέσω του Ινστιτούτου Γαλλικών Σπουδών (IDeF). Μιλά άπταιστα γαλλικά και αγγλικά και τα τελευταία χρόνια ζει στην Κω.
Από νεαρή ηλικία διδάσκει ξένες γλώσσες με πάθος και δημιουργικότητα, με περισσότερα από είκοσι χρόνια εμπειρίας στον χώρο της εκπαίδευσης. Για χρόνια βυθίστηκε στον κόσμο του Αργεντίνικου τάνγκο: δίδαξε σε σχολές, χόρεψε σε φεστιβάλ και milongas, συνδιοργάνωσε εκδηλώσεις και κατέκτησε δύο χρυσά μετάλλια σε διεθνείς διαγωνισμούς, αποκαλύπτοντας το πάθος και την εκφραστικότητά της. Δραστηριοποιήθηκε ενεργά και στον δημόσιο χώρο, συμμετέχοντας σε βουλευτικές και δημοτικές εκλογές στην Κω, ενώ υπηρέτησε σε επιτροπές παιδείας, πολιτισμού και τουριστικής ανάπτυξης, προωθώντας δράσεις με κοινωνικό αντίκτυπο.
Τα τελευταία χρόνια αφιερώνεται με ένταση στη συγγραφή και στον κόσμο της επιστημονικής φαντασίας. Τα κείμενά της ισορροπούν ανάμεσα στο λυρικό και το κινηματογραφικό, αντλώντας έμπνευση από τη συνείδηση, την τεχνολογία, την ανθρώπινη μνήμη και τις αφανείς πτυχές της πραγματικότητας. Γράφει για να ενώνει κόσμους — αυτούς που υπάρχουν και εκείνους που δεν τολμούν ακόμη να υπάρξουν. Το 2025 κυκλοφόρησαν τρία pocket διηγήματά της από τις Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές:
– Το Σφάλμα, ένα δυστοπικό θρίλερ συνείδησης και ελέγχου
– Οι τελευταίες ημέρες της Ανδρομέδας, μια κοσμοπλαστική space opera με φιλοσοφικές προεκτάσεις
– Ο Τελευταίος Σπόρος, ένα solarpunk διήγημα οικολογικής αναγέννησης και ελπίδας
Τα έργα της παρουσιάστηκαν στο ετήσιο Φεστιβάλ «Όψεις του Φανταστικού» στην Αθήνα.
Αυτή την περίοδο ολοκληρώνει ένα νέο μεγάλο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, πάνω στο οποίο εργάζεται εδώ και έναν χρόνο. Παράλληλα, διατηρεί ενεργή παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα και αρθρογραφεί στο Medium και στον διαδικτυακό Τύπο, μοιράζοντας σκέψεις γύρω από τη δημιουργικότητα, τη συνείδηση και την εσωτερική μεταμόρφωση. Το έργο της εστιάζει στη σύνδεση ανθρώπου, τεχνολογίας και συνείδησης, αναζητώντας νέους τρόπους αφήγησης που γεφυρώνουν το επιστημονικό με το υπαρξιακό και το ποιητικό στοιχείο.